Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Φίλοι από παλιά ...



Ξεκίνησα.

Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και βγήκα στο δρόμο να πάρω αέρα.
Πνιγόμουν, σαν ν’ ανέπνεα νερό.
Κοίταξα το σύννεφο που περνούσε βιαστικό από πάνω μου και το εισέπνευσα.
Ααααχ ! Επιτέλους τα πνευμόνια μου άνοιξαν και άρχισα να βλέπω καθαρά.

Περπάτησα στα δρομάκια της γειτονιάς μου.
Πολύς κόσμος αλλά αισθανόμουν μόνος.
Προχώρησα βιαστικά. Ήθελα ν’ απαλλαγώ από την αίσθηση ότι κάποιος με παρακολουθεί.
Λίγα βήματα ακόμη και θα ήμουν εκεί.

Δεν ήμουν μόνος πια.
Στήριξα την πλάτη μου σ’ ένα δένδρο και γύρισα το βλέμμα μου στον ουρανό.
Περίεργο ! Το σύννεφο παρότι βιαστικό δεν είχε απομακρυνθεί.
Έκατσα χάμω και σκέφτηκα να του μιλήσω.
Τι διάολο, δεν είχα να χάσω και τίποτα.
Αισθανόμουν να με περιεργάζεται λες και δεν είχε ξαναδεί άνθρωπο.
Γύρισα το βλέμμα μου τριγύρω. Ναι, εμένα κυττούσε.
Δεν αναρωτιέμαι πια. Ξέρω.
Είμαστε παλιοί γνώριμοι.
Από τότε που προσπαθούσα με την σκέψη μου να το σκορπίσω σε έναν λαμπερό καταγάλανο ουρανό.
Κι όμως δεν μου κρατούσε κακία.
Σχεδόν μου χαμογελούσε.
Του είπα πόσο πολύ θα ήθελα να βρεθώ μαζί του. Εκεί.
Θα πρέπει να έσκασε στα γέλια, γιατί αισθάνθηκα μερικές ψιχάλες του.
Κι όμως ήξερα ότι μπορώ.
Ότι μου «επιτρεπόταν».
Ένιωσα να μου ψιθυρίζει μέσα στο μυαλό μου ό,τι θα γινόταν αυτό που τόσο πολύ ήθελα αλλά όχι ακόμη.
Δεν ήμουν «έτοιμος».
Ξάφνου άλλαξε το σχήμα του κι ένιωσα ότι ήταν έτοιμο να προχωρήσει.
Σα να με αποχαιρετούσε.
Το ‘νιωθα ότι δεν ήταν για πάντα.
Θα με περίμενε ξανά.
Όταν θα πνιγόμουν και θα ήθελα «αέρα», θα ήταν εκεί.

Σηκώθηκα κι άρχισα να περπατώ ανάμεσα στους «φίλους» μου.
Σιωπηλοί και τρυφεροί.
Στο βάθος ακούστηκαν αλυχτίσματα.
Φίλοι κι αυτοί από παλιά.
Έπρεπε να γυρίσω αν και δεν ήθελα. Όχι ακόμη.
Τα πόδια μου όμως δεν άκουγαν τίποτα. Ήξεραν.
Έσπευσα ν’ απομακρυνθώ.
(Την άλλη μέρα έμαθα ότι εκεί χτυπήθηκε ένας άνθρωπος.)
Ήξεραν.

Χωρίς να το καταλάβω ήμουν ήδη στην πόρτα.
Ήταν μισάνοιχτη. Κατάλαβα.
Άλλη μια φορά δεν την έκλεισα πίσω μου, όπως όφειλα.
Δεν φοβήθηκα. Ήξερα.
Γδύθηκα, ξάπλωσα και κοίταξα το ταβάνι.
Ήταν εκεί, με κοιτούσε και χαμογελούσε.
Δεν ήμουν μόνος.
Και το ξέραμε κι οι δυο …



 Chris Rea - When The Grey Skies Turn to Blue 

3 σχόλια:

  1. Μελαγχολιές σαββατιανές.

    Ξημέρωσε ωστόσο, με ήλιο λαμπρό. Μην το ξεχνάς: Η υπομονή είναι το όπλο της σιγουριάς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ήλπιζα ότι θα ταξίδευες μαζί μου ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μην ανησυχείς. Έχω βγάλει εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Μια στάση άλλωστε, δεν είναι το τέλος του ταξιδιού. :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή